Η επικÏατÎστεÏη ετυμολογική ανάλυση του ÏŒÏου ‘AÎΘΡΩΠΟΣ’!
Για πολλά χρÏŒνια η ετυμολογία της λÎξης ‘άνθρωπος’ σÏμφωνα με τη γνÏŽμη των μελετητÏŽν ήτανε αβÎβαιη.
Η πιο θρυλική και δημοφιλής ανάλυση που χρησιμοποιοÏν κυρίως οι θεολογικοί κÏκλοι θÎλει τον ÏŒρο ‘Î¬νθρωπος’ να προÎρχεται απÏŒ το ‘Î¬νω’ + ‘θρÏŽσκω’ (δηλαδή αυτÏŒς που πορεÏεται προς τα πάνω) για ν’ αναδείξει την ανάβαση του ανθρÏŽπου προς το ΘεÏŒ και να θυμίζει την Ïπαρξή του στα πλαίσια της θρησκευτικής αντίληψης.
Επίσης ο Πλάτωνας μεταχειρίζεται τη λÎξη ÏŒταν μιλάει εν γÎνει περί ανθρÏŽπου ως το ιδανικÏŒ και ευγενÎς της ανθρωπÏŒτητας σε αντίθεση προς τα θηρία και τα κτήνη. ÎŒπως παραθÎτει στον ‘ΚρατÏλο’ διά στÏŒματος Σωκράτη ‘Ο αναθρÏŽνων φωνήν = ο Îχων Îναρθρο λÏŒγο’ σε αντιδιαστολή με τα άλλα ζÏŽα.
Οι παραπάνω και άλλες παρετυμολογικÎς ερμηνείες προκάλεσαν σÏγχυση και χαρακτηρίστηκαν μη επιστημονικÎς απÏŒ τη σÏγχρονη γλωσσολογική κοινÏŒτητα.
Σήμερα η επικρατÎστερη ετυμολογία του ÏŒρου ‘Άνθρωπος’ σÏμφωνα με τα πιο Îγκυρα παγκοσμίως αναγνωρισμÎνα λεξικά της Αρχαίας Ελληνικής ΓλÏŽσσης των Henry G. Liddell - Robert Scott αλλά και του Σταματάκου και ΜπαμπινιÏŽτη, ο ÏŒρος ‘άνθρωπος’ προÎρχεται απÏŒ το ‘Î¬νδρας + ÏŽψ’ (γεν. ωπÏŒς) δηλαδή ‘άνδρ-ωπος’ ,αυτÏŒς που Îχει ÏŒψη, πρÏŒσωπο ανδρÏŒς. ΣημειÏŽνουμε ÏŒτι το ‘ανδρÏŒς’ στην αρχαία ελληνική σήμαινε συγχρÏŒνως άνδρα +γυναίκα, άνθρωπο. Το συναντάμε σε πολλÎς γλÏŽσσες man, home, uomo, hombre..








