Γιατί οι αÏχαίοι «Îβαζαν νεÏό» στο κÏασί τους;
Συχνά, και ιδιαίτερα τÏŽρα, γίνομαι αποδÎκτης ερωτημάτων σχετικÏŽν με το αν οι αρχαίοι Έλληνες είχαν υποκατάστατα των σημερινÏŽν ψυγείων και ακÏŒμη αν είχαν τη δυνατÏŒτητα να ψÏχουν τα διάφορα ποτά τους. Και στα δÏο αυτά ερωτήματα η απάντηση είναι θετική...
ΩστÏŒσο ακÏŒμη και η πιο σÏντομη ανάπτυξή τους απαιτεί Îκταση που ξεπερνά τον περιορισμÎνο χÏŽρο μιας επιφυλλίδας. Έτσι θα περιοριστÏŽ στο δεÏτερο ερÏŽτημα, επιφυλασσÏŒμενος σε μια άλλη, ελπίζω επίσης καλοκαιριάτικη, επιφυλλίδα να ασχοληθÏŽ και με το πρÏŽτο.
ÎŒπως είναι γνωστÏŒ, το κατ' εξοχήν ποτÏŒ των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο «θείος οίνος». Άνδρες, γυναίκες και παιδιά γεÏονταν το Îνθεο αυτÏŒ ποτÏŒ και ιδιαίτερα οι πρÏŽτοι, που συνομιλοÏσαν και φλυαροÏσαν ατÎλειωτες ÏŽρες κάθε μÎρα στους ανδρÏŽνες πίνοντας κρασί.
Οι συμμετÎχοντες στις κρασοκατανÏξεις αυτÎς συνήθως δεν Îχαναν τη διαÏγεια του νου τους επειδή το κρασί που κατανάλωναν ήταν νερωμÎνο. Σπάνια, και για πολÏ συγκεκριμÎνους σκοποÏς, οι αρχαίοι Έλληνες Îπιναν ανÎρωτο κρασί, «Î¬κρατον οίνον».
Η ανάμειξη του κρασιοÏ με το νερÏŒ γινÏŒταν μÎσα σε μεγάλα ευρÏστομα αγγεία, γνωστά ως κρατήρες, και η συνήθης αναλογία ήταν τρία μÎρη νεροÏ προς Îνα οίνου. Αυτή την αναλογία προτείνει και ο Ησίοδος, ο ποιητής της υπαίθρου, δεν λείπουν ωστÏŒσο γραπτÎς μαρτυρίες που κάνουν λÏŒγο για μείξη με νερÏŒ σε μεγαλÏτερη αναλογία.
Αυτή ακριβÏŽς η κυριαρχία του νεροÏ Î®ταν που απÎτρεπε πολλÎς δυσάρεστες καταστάσεις για τους πÏŒτες. Χαρακτηριστικά είναι τα λÏŒγια που βάζει ο κωμικÏŒς ποιητής ΑλÎξις (4ος-3ος αι. π.Χ.) στο στÏŒμα του ΣÏŒλωνα:
«Î‰δη απÏŒ τα κάρα τον πουλάνε (τον οίνον) νερωμÎνο, ÏŒχι βÎβαια για να κερδίσουν κάτι παραπάνω, αλλά γιατί προνοοÏν για τους αγοραστÎς, να Îχουν μετά την οινοποσία το κεφάλι ελαφρÏ».
Το νερÏŒ που χρησιμοποιοÏσαν για το αραίωμα του κρασιοÏ φρÏŒντιζαν να προÎρχεται απÏŒ «σκιαράν παγÎ¬ν» (πηγή), απÏŒ «κρήνην αÎναον και απÏŒρρυτον» Î® απÏŒ «ψυχρÏŒν φρÎαρ». Έτσι μαζί με τη μείξη του κρασιοÏ τους οι αρχαίοι πετÏχαιναν συγχρÏŒνως και την ψÏξη του.
ΠολÏ διαδεδομÎνη ήταν και η πρακτική να χρησιμοποιοÏν και νερÏŒ που προερχÏŒταν απÏŒ λιÏŽσιμο χιονιοÏ, το οποίο, ως γνωστÏŒν, το συντηροÏσαν ακÏŒμη και το καλοκαίρι και το εμπορεÏονταν. ΩστÏŒσο είχαν εφεÏρει και ιδιαίτερους τρÏŒπους ψÏξης του κρασιοÏ.
ΓÏρω στα μÎσα του 6ου αι. π.Χ. επινÏŒησαν Îνα αγγείο ειδικής κατασκευής που επÎτρεπε την ψÏξη του οίνου και τη διατήρησή του σε ψυχρή κατάσταση ÏŒσο αυτÏŒς βρισκÏŒταν αποθηκευμÎνος σε μεγάλα στενÏŒστομα αγγεία, στους αμφορείς, προτοÏ μεταφερθεί στους κρατήρες. Πιο συγκεκριμÎνα κατασκεÏασαν Îναν ειδικÏŒ τÏπο αμφορÎα με κÏριο γνÏŽρισμα τα διπλά του τοιχÏŽματα.
Με τη βοήθεια των εσωτερικÏŽν τοιχωμάτων δημιουργοÏνταν ο κατ' εξοχήν χÏŽρος του αγγείου, μÎσα στον οποίο Îχυναν, απÏŒ το στÏŒμιÏŒ του, το κρασί. Ο χÏŽρος που σχηματιζÏŒταν απÏŒ τα εξωτερικά τοιχÏŽματα και περιÎβαλλε τον εσωτερικÏŒ γÎμιζε με τη βοήθεια μιας προχοής που βρισκÏŒταν στο πάνω μÎρος με ψυχρÏŒ νερÏŒ ή χιÏŒνι. Έτσι πετÏχαιναν τη μÏŒνιμη ψÏξη του κρασιοÏ, αφοÏ εÏκολα μποροÏσαν να ανανεÏŽνουν το ψυκτικÏŒ μÎσο, ÏŒταν αυτÏŒ Îλιωνε και ζεσταινÏŒταν, με φρÎσκο.
Διά μÎσου μιας οπής που βρισκÏŒταν στο κάτω μÎρος του αγγείου απομάκρυναν το ζεστÏŒ νερÏŒ και στη συνÎχεια, σφραγίζοντάς την, Îριχναν στον εξωτερικÏŒ χÏŽρο του φρÎσκο χιÏŒνι ή κρÏο νερÏŒ.
ΤÎτοια αγγεία, γνωστά στους αρχαιολÏŒγους ως αμφορείς - ψυκτήρες, κατασκευάζονταν στο δεÏτερο μισÏŒ του 6ου αι. π.Χ. στην Αθήνα, αλλά και σε Îνα άλλο μÎρος του αρχαίου ΕλληνικοÏ κÏŒσμου, πιθανÏŒν στο Ρήγιο της Μεγάλης Ελλάδας, στη Ν. Ιταλία.
Ανάλογες κατασκευαστικÎς λεπτομÎρειες που πετÏχαιναν την ψÏξη του κρασιοÏ και γενικÏŒτερα υγρÏŽν συναντοÏμε σποραδικά και σε άλλα οινοφÏŒρα αγγεία των αρχαίων Ελλήνων, ÏŒπως π.χ. σε οινοχÏŒες.
ΜÎσα στο τρίτο τÎταρτο του 6ου αι. π.Χ. αθηναίοι κεραμείς βρήκαν Îναν άλλο τρÏŒπο ψÏξης κρασιοÏ που εξυπηρετοÏσε καλÏτερα τις ανάγκες των συμποσιαστÏŽν. Ο προηγοÏμενος, που μÏŒλις περιγράψαμε, απαιτοÏσε τη γρήγορη κατανάλωση του κρασιοÏ απÏŒ τη στιγμή που αυτÏŒ περνοÏσε απÏŒ τον αμφορÎα - ψυκτήρα στον κρατήρα.
Αν ÏŒμως ο ρυθμÏŒς κατανάλωσης ήταν αργÏŒς, τÏŒτε το κρασί μÎσα στον κρατήρα θα Îχανε τη δροσιά του. Έτσι δημιουργήθηκε η ανάγκη να εφευρεθεί Îνας άλλος τρÏŒπος που θα εξασφάλιζε μÏŒνιμη ψÏξη του κρασιοÏ.
Δηλαδή, ÏŒταν αυτÏŒ θα γÎμιζε τα κρασοπÏŒτηρα των αρχαίων γλεντζÎδων, γνωστά κυρίως ως κÏλικες, θα Îπρεπε να είναι ακÏŒμη κρÏο ή δροσερÏŒ. Επινοήθηκε Îτσι Îνα χαρακτηριστικÏŒ μανιταρÏŒσχημο αγγείο, το οποίο, αφοÏ το γÎμιζαν με κρασί, το τοποθετοÏσαν μÎσα στον κρατήρα που ήταν γεμάτος με κρÏο νερÏŒ ή χιÏŒνι.
ΠετÏχαιναν δηλαδή Îναν τρÏŒπο ψÏξης που θυμίζει αυτÏŒν με τον οποίο σήμερα διατηροÏμε κρÏο Îνα μπουκάλι σαμπάνιας ή κρασιοÏ καθÏŽς το τοποθετοÏμε μÎσα σε δοχείο που περιÎχει παγάκια.
Το κρασί το αντλοÏσαν απÏŒ το στενÏŒστομο μανιταρÏŒσχημο αγγείο, τον ψυκτήρα, ÏŒπως ονομαζÏŒταν στην αρχαιÏŒτητα, με τη βοήθεια μιας κουτάλας που είχε μακριά λαβή.
Το σκεÏος αυτÏŒ οι αρχαίοι το ονÏŒμαζαν αρÏταινα ή κÏαθο. Είναι πολÏ πιθανÏŒ ÏŒτι το κρασί στους ψυκτήρες αυτοÏς ήταν ανÎρωτο, οπÏŒτε το αραίωμά του γινÏŒταν εκ των υστÎρων, μÎσα στα ίδια τα κρασοπÏŒτηρα, με κρÏο νερÏŒ που Îφερναν με Îνα κανάτι, την αρχαία οινοχÏŒη. Έτσι, εκτÏŒς απÏŒ τη μείξη του κρασιοÏ, πετÏχαιναν συγχρÏŒνως και την καλÏτερη ψÏξη του.
ÎŒτι οι μανιταρÏŒσχημοι ψυκτήρες, οι οποίοι με το ψηλÏŒ πÏŒδι και το φουσκωτÏŒ σÏŽμα τους «επÎπλεαν» μÎσα στο κρÏο νερÏŒ (ή στο χιÏŒνι) του κρατήρα, περιείχαν κρασί είναι σήμερα βÎβαιο. ΕκτÏŒς απÏŒ ορισμÎνες σχετικÎς παραστάσεις, το μαρτυροÏν και τρία ιδιÏŒμορφα αγγεία που Îγιναν σχετικά πρÏŒσφατα γνωστά στην Îρευνα. ΠρÏŒκειται ουσιαστικά για τρεις κρατήρες που στο εσωτερικÏŒ τους Îχουν ενσωματωμÎνο Îναν ψυκτήρα.
Δηλαδή, κρατήρας και ψυκτήρας αποτελοÏν στις περιπτÏŽσεις αυτÎς Îνα ενιαίο κατασκευαστικά σÏνολο και γι' αυτÏŒ τα αγγεία αυτά τα αποκαλοÏμε κρατήρες - ψυκτήρες. Στο κάτω μÎρος τους φÎρουν προχοή, η παρουσία της οποίας δικαιολογείται μÏŒνο αν δεχθοÏμε ÏŒτι διά μÎσου αυτής απομακρυνÏŒταν το ζεστÏŒ πια νερÏŒ του αγγείου, ÏŒταν ανανÎωναν το ψυκτικÏŒ υλικÏŒ του.
ΕπομÎνως το κρασί υποχρεωτικά πρÎπει να βρισκÏŒταν στον ψυκτήρα των αγγείων αυτÏŽν. Άλλωστε, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ÏŒτι τα αγγεία αυτά είχαν λειτουργία ανάλογη με αυτήν των αμφορÎων - ψυκτήρων που είδαμε παραπάνω. Ο τρÏŒπος ψÏξης που μÏŒλις περιγράψαμε ήταν σε χρήση για 80 περίπου χρÏŒνια και πιο συγκεκριμÎνα απÏŒ το 530 ως το 460/50 π.Χ.
Οπωσδήποτε οι κρατήρες - ψυκτήρες δεν φαίνεται να ήταν ιδιαίτερα συχνοί στην αρχαιÏŒτητα. Σποραδικά απαντÏŽνται και σε άλλες εποχÎς, ÏŒπως π.χ. Îνας που βρÎθηκε στη μυκηναÏŠκή Τίρυνθα και χρονολογείται στον 13ο αι. π.Χ. Η σπανιÏŒτητά τους πρÎπει να οφείλεται στο γεγονÏŒς ÏŒτι οι αρχαίοι προτιμοÏσαν λίγο περισσÏŒτερο το κÏŒκκινο κρασί που δεν απαιτεί ιδιαίτερη ψÏξη.
Κυρίως ÏŒμως στο ÏŒτι, ÏŒπως ήδη είπαμε παραπάνω, το νερÏŒ με το οποίο αραίωναν το κρασί φρÏŒντιζαν να είναι «παγωμÎνο» Îτσι ÏŽστε δεν απαιτοÏνταν καμία φροντίδα για περαιτÎρω ψÏξη του θείου αυτοÏ ποτοÏ.








