Ο ÎάÏκισσος
Ο Νάρκισσος, γιος του ΚηφισοÏ και της νÏμφης ΛεÏŠρÏŒπης, ήταν εξαιρετικά ωραίος μα ψυχρÏŒς και φαντασμÎνος. Δεν αγαποÏσε κανÎναν άλλον απ’ τον εαυτÏŒ του και φανταζÏŒταν πως μονάχα αυτÏŒς αξίζει ν’ αγαπηθεί.
Κάποτε εκεί που κυνηγοÏσε και χάθηκε μÎσα στο δάσος, τον είδε η θεά ΗχÏŽ η οποία ήταν βαριά τιμωρημÎνη απÏŒ την Ήρα: Îπρεπε να σωπαίνει και σε ÏŒτι τη ρÏŽταγαν, μποροÏσε ν’ απαντήσει μÏŒνο ξαναλÎγοντας τις τελευταίες κουβÎντες εκείνου που της μιλοÏσε. Η ΗχÏŽ τον κοιτοÏσε μαγεμÎνη, κρυμμÎνη στο λÏŒγγο. Ο Νάρκισσος κοίταξε γÏρω του, μη ξÎροντας που να πάει και φÏŽναξε δυνατά:
- Είναι κανÎνας εδÏŽ;
- ΕδÏŽ! αντιλάλησε, η απάντηση της νÏμφης.
–Έλα! της φÏŽναξε ο Νάρκισσος.
– Έλα! αποκρίθηκε η ΗχÏŽ. Ο ωραίος Νάρκισσος κοίταξε γÏρω του, μα δεν είδε κανÎναν. ΞαφνιασμÎνος φÏŽναξε πάλι δυνατά:
– Έλα ν’ ανταμÏŽσουμε!
Κι η νÏμφη απάντησε ολÏŒχαρα:
- Ν’ ανταμÏŽσουμε! Με τα χÎρια απλωμÎνα βγήκε κι Îτρεξε στο Νάρκισσο μα εκείνος την Îδιωξε θυμωμÎνος. ΤαπεινωμÎνη, κρÏφτηκε μÎσα στο αδιάβατο δάσος. Με τη μεγάλη της αγάπη που δεν Îβρισκε ανταπÏŒκριση, η ΗχÏŽ κρυβÏŒταν απÏŒ ÏŒλους και αρκοÏνταν μονάχα να επαναλαμβάνει θλιμμÎνη ÏŒλα ÏŒσα άκουγε. Ο Νάρκισσος αντίθετα, Îμεινε το ίδιο φαντασμÎνος και ερωτευμÎνος με τον εαυτÏŒ του. Καμιά αγάπη δεν τον συγκινοÏσε. Η αλαζονεία του πλήγωσε πολλÎς νÏμφες που τον ερωτεÏτηκαν. Μια μÎρα, μία απÏŒ αυτÎς του είπε: - Σε καταριÎμαι, Νάρκισσε, να ερωτευτείς κι εσÏ μια φορά, αλλά το πλάσμα που θ’ αγαπήσεις να μην ανταποκριθεί στην αγάπη σου!
Η κατάρα της νÏμφης Îπιασε. Η Αφροδίτη οργίστηκε πάρα πολÏ με το Νάρκισσο που αποστρεφÏŒταν τα δÏŽρα της και τον τιμÏŽρησε. Μια ανοιξιάτικη μÎρα, εκεί που κυνηγοÏσε πήγε σε μια πηγή να δροσιστεί. ΚανÎνας δεν είχε ποτÎ αγγίξει το νερÏŒ εκείνης της πηγής γι αυτÏŒ ήταν καθαρÏŒ και αντικαθρÎφτιζε το καθετί που βρισκÏŒταν τριγÏρω. Ο Νάρκισσος Îσκυψε πάνω απ’ την πηγή. Κι εκεί μÎσα είδε τον εαυτÏŒ του σε ÏŒλη του την ομορφιά. Με μάτια γεμάτα αγάπη Îσκυψε να φιλήσει το ίδιο του το πρÏŒσωπο, μα τα χείλη του άγγιξαν το κρÏο νερÏŒ. Εκεί ξÎχασε τα πάντα, δεν κατάφερε ποτÎ πια να φÏγει απÏŒ την πηγή και δε χÏŒρταινε να θαυμάζει τον εαυτÏŒ του. Δεν Îτρωγε, δεν Îπινε, δεν κοιμÏŒταν! Îσπου στο τÎλος, γεμάτος απÏŒγνωση, φÏŽναξε απλÏŽνοντας τα χÎρια του στη μορφή που καθρεφτιζÏŒταν μες το νερÏŒ:
- Βγες απÏŒ αυτήν την πηγή. Γιατί εσÏ είσαι εγÏŽ! ΑγαπÏŽ την ίδια μου τη μορφή! Χάνει τις δυνάμεις του, νιÏŽθει πως δε μπορεί να χωριστεί απÏŒ την εικÏŒνα του νεροÏ. Κλαίει και τα δάκρυά του στάζουν μες στο νερÏŒ που πάνω στην επιφάνειά του αρχίζουν να σχηματίζονται κÏκλοι- κÏκλοι με αποτÎλεσμα να χαθεί η ωραία μορφή. Ο Νάρκισσος φωνάζει τρομαγμÎνος:
- ΠοÏ είσαι; ΓÏρισε πίσω. Μη με αφήνεις ή άσε με μÏŒνο να σε κοιτάω! Έτσι, γαλήνεψε πάλι το νερÏŒ και ξεπρÏŒβαλε η μορφή. ΣυνÎχισε να την κοιτάει ατελείωτα και αχÏŒρταγα. Η Î¬μοιρη νÏμφη ΗχÏŽ που τον αγαποÏσε ÏŒπως και πρÏŽτα, Îβλεπε το μαρτÏριÏŒ του.
Το κεφάλι του Νάρκισσου Îγειρε πάνω στο πράσινο χορτάρι, στην άκρη της πηγής και το σκοτάδι του θανάτου του Îκλεισε τα μάτια. ΠÎθανε, τον Îκλαψαν ÏŒλες οι νÏμφες του δάσους μα πιο πολÏ τον θρήνησε η ΗχÏŽ. ÎŒταν πήγαν να σηκÏŽσουν το κουφάρι του δεν το βρήκαν. Στο σημείο ÏŒπου είχε γείρει το κεφάλι του πάνω στο χορτάρι, φÏτρωσε Îνα άσπρο ευωδιαστÏŒ λουλοÏδι: είναι το λουλοÏδι του θανάτου και το λÎνε νάρκισσο.
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!








