Έντεκα Λεπτά…
Μια φορά και Îναν καιρÏŒ, ήταν Îνα πουλί. ΣτολισμÎνο με δυο τÎλειες φτεροÏγες και λαμπερÏŒ, χρωματιστÏŒ και υπÎροχο φτÎρωμα. Ήταν δηλαδή Îνα ζÏŽο φτιαγμÎνο για να πετάει ελεÏθερο και να αιωρείται στον ουρανÏŒ, δίνοντας χαρά σε ÏŒποιον το παρατηροÏσε.
Μια μÎρα, μια γυναίκα είδε το πουλί και το ερωτεÏτηκε. Έμεινε να κοιτάζει το πÎταγμά του με το στÏŒμα ανοιχτÏŒ απÏŒ τη σαστιμάρα, με την καρδιά της να γοργοχτυπάει και τα μάτια της να λάμπουν απÏŒ συγκίνηση. Την κάλεσε να πετάξει μαζί του και ταξίδεψαν μαζί στον ουρανÏŒ μÎσα σε απÏŒλυτη αρμονία. Η γυναίκα θαÏμαζε, υμνοÏσε και λάτρευε το πουλί.
Αλλά τÏŒτε σκÎφτηκε: Μπορεί να θÎλει να γνωρίσει μακρινοÏς τÏŒπους και βουνά! Και η γυναίκα αισθάνθηκε φÏŒβο. ΦÏŒβο μην το ξανανιÏŽσει αυτÏŒ με άλλο πουλί. Και αισθάνθηκε φθÏŒνο, φθÏŒνο για την ικανÏŒτητα του πουλιοÏ να πετάει. Και αισθάνθηκε μοναξιά.
Και σκÎφτηκε: Θα στήσω παγίδα. Την επÏŒμενη φορά που θα εμφανιστεί το πουλί, δε θα ξαναφÏγει. Το πουλί που ήταν και αυτÏŒ ερωτευμÎνο, επÎστρεψε την επÏŒμενη μÎρα, Îπεσε στην παγίδα και κλείστηκε στο κλουβί. Κάθε μÎρα η γυναίκα κοιτοÏσε το πουλί. Ήταν το αντικείμενο του πάθους της και το Îδειχνε στις φίλες της, που σχολίαζαν: «Μα εσÏ τα Îχεις ÏŒλα». ÎŒμως άρχισε να γίνεται μια παράξενη μεταμÏŒρφωση: αφοÏ είχε το δικÏŒ της πουλί και δε χρειαζÏŒταν πια να το κατακτήσει, Îχανε το ενδιαφÎρον της. Το πουλί, χωρίς να μπορεί να πετάξει και να εκφράζει το νÏŒημα της ζωής του, άρχισε να μαραζÏŽνει, να χάνει τη λάμψη του, να ασχημαίνει και η γυναίκα δεν του Îδινε πλÎον την προσοχή της, μÏŒνο το τάιζε και φρÏŒντιζε το κλουβί του.
Μια ωραία μÎρα, το πουλί πÎθανε. Η γυναίκα λυπήθηκε πολÏ και το σκεφτÏŒταν συνÎχεια. Αλλά δε θυμÏŒταν το κλουβί, θυμÏŒταν μÏŒνο τη μÎρα που το είδε για πρÏŽτη φορά, να πετάει ευχαριστημÎνο στα σÏννεφα. Αν παρατηροÏσε τον εαυτÏŒ της, θα ανακάλυπτε ÏŒτι αυτÏŒ που τη συγκινοÏσε τÏŒσο πολÏ στο πουλί ήταν η ελευθερία του, η ενÎργεια που εξÎπεμπαν οι φτεροÏγες του, ÏŒχι το ίδιο του το σÏŽμα. Χωρίς το πουλί και η δική της ζωή Îχασε το νÏŒημά της και ο θάνατος ήρθε να χτυπήσει την πÏŒρτα της. «Γιατί ήρθες;» ρÏŽτησε το θάνατο.
«Για να μπορÎσεις να ξαναπετάξεις μαζί του στα ουράνια», αποκρίθηκε ο θάνατος. Αν το είχες αφήσει να φÏγει και πάντα να επιστρÎφει, θα το αγαποÏσες και θα το θαÏμαζες ακÏŒμη περισσÏŒτερο. ΤÏŽρα ÏŒμως χρειάζεσαι εμÎνα για να μπορÎσεις να το ξαναδείς».
Paulo Coelho (ΑπÏŒσπασμα)
Το σημαντικÏŒτερο πράγμα στον κÏŒσμο είναι να κατανοήσουμε ÏŒτι στην αγάπη δε χωράει η κτητικÏŒτητα αντιθÎτως ÏŒποιος αγαπάει στο μÎγιστο βαθμÏŒ δίνει ελευθερία. ΑυτÏŒ θεωρÏŽ ÏŒτι εννοεί στο παραπάνω απÏŒσπασμα ο ΚοÎλιο γιατί κανÎνας δεν είναι ιδιοκτησία κανενÏŒς και προς ÏŒφελÏŒς μας, ας το συνειδητοποιήσουμε πριν να είναι πολÏ αργά!
«Αυτή είναι η αληθινή εμπειρία της ελευθερίας: να Îχεις τον άνθρωπÏŒ σου χωρίς να είναι κτήμα σου». Να μην τον εγκλωβίζεις, να τον αφήνεις ελεÏθερο και αν πραγματικά νιÏŽθει αγάπη θα γυρίσει. Ωραία και ανιδιοτελή άποψη. Ναι, υπάρχουν στον κÏŒσμο άνθρωποι που την ασπάζονται γιατί ξÎρουν πρÏŽτα και πάνω απÏŒ ÏŒλα να σÎβονται και να δίνουν αξία στον εαυτÏŒ τους.
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!








