ΦÏγε από μπÏοστά μου, μου κÏÏβεις τον ήλιο!
Ψυχή κουρασμÎνη, θολή, γεμάτη πÏŒνο, εγκλωβισμÎνη στη φαντασία της.
Ψυχή που δεν καταφÎρνει να ηρεμήσει, να βάλει προτεραιÏŒτητες, να ισορροπήσει, να νοιÏŽσει ‘ΚυρÎ¯α’ του εαυτοÏ της και της ζωής της.
Ψυχή που διαρκÏŽς αδειάζει, γίνεται αδÏναμη και επιφυλακτική σε κάθε νÎα πρÏŒκληση γιατί συνεχÏŽς φÎρνει στην επιφάνεια παλιÎς ξεχασμÎνες πληγÎς και τραÏματα.
Ζωή δÏσκολη, άχρωμη, άοσμη, μαραμÎνη, δίχως φως. Κάποιοι με τη λογική τους, με κατηγοροÏν για αχαριστία απÎναντι στη ζωή μου. Μα αυτή η ψυχή μου, δε μποροÏσε ν’ ακολουθήσει τη λογική τους, δεν ήθελε να γκρεμίσει το ÏŒνειρο που την είχε σκλαβÏŽσει γιατί ήταν υπÎροχο, μοναδικÏŒ, ξεχωριστÏŒ μα κυρίως πρωτÏŒγνωρο. Κατά καιροÏς, βÎβαια, η διαίσθησή μου ανησυχοÏσε πολÏ, σα να μου φÏŽναζε ÏŒτι κάποτε θα Îβγαινε στην επιφάνεια η αλήθεια που θα ξεκαθάριζε πολλά διλήμματά μου. ΠραγματικÏŒ – ΦανταστικÏŒ , ΖωντανÏŒ – ΝεκρÏŒ …λες και βρισκÏŒμουν σε αποσÏνθεση …λες και ξÎχασαν να με θάψουν! Αυτή ήτανε η αποκάλυψη για μÎνα , μετά απÏŒ χρÏŒνια ενήλικης ζωής.
Έτσι, άρχισα να σκουπίζω τα δάκρυά μου, που Îφτασαν να κυλοÏν μÎχρι τα στήθη μου γιατί δεν προλάβαιναν να σταματήσουν. ΣοβαρÏŒς ο λÏŒγος, που τις προάλλες, με Îσπρωξε να πάρω τους δρÏŒμους, ÏŒχι πρωτÏŒτυπο, μα αυτή τη φορά καθοριστικÏŒ. ΜπερδεμÎνα ÏŒλα στο μυαλÏŒ μου, άλλωστε τι άλλο θα μποροÏσα να κάνω απÏŒ το να γνωρίσω την αλήθεια ή να αποδείξω ÏŒτι η φαντασία μου δεν ήτανε ανάπηρη. ΑποτÎλεσμα…οδυνηρÏŒ..! ΠροσπαθοÏσα να καταπιÏŽ τον κÏŒμπο που είχα στο λαιμÏŒ μου. Κοίταζα τον ουρανÏŒ μα δεν Îβλεπα οÏτε Îνα αστÎρι. Ένοιωθα πιεσμÎνη και μπλοκαρισμÎνη απÏŒ τις αρνητικÎς σκÎψεις μου, δεν πίστευα στα μάτια μου και παράλληλα, καταλάβαινα ÏŒτι ο φÏŒβος της αλήθειας, με απασχολοÏσε σε τÎτοιο σημείο που με πάγωσε , με ακινητοποίησε. Αν δεν Îφτανα ίσαμε την τρÎλα , δε θα μποροÏσα, ποτÎ, να ξεφÏγω. Αυτή θεωρÏŽ ÏŒτι είναι η πιο λογική απάντηση. ΜÎχρι που ήρθε το αίμα το συγγενικÏŒ με κατανÏŒηση για να μου μιλήσει με στοργή και ειλικρινÎς ενδιαφÎρον, για να με στηρίξει εκείνο το πικρÏŒ σαββατοκÏριακο, ÏŒπου Îζησα ξανά τις πισÏŽπλατες μαχαιριÎς του παρελθÏŒντος.
Άντε λοιπÏŒν ,πÎρασαν δÏο ημÎρες, αναγκαίες και αρκετÎς για ÏŒλα ÏŒσα ήθελες να μάθεις! Στείλε τÏŽρα τις ευχÎς σου στο παρελθÏŒν και πάμε να φÏγουμε οριστικά.
Στη διαδρομή ερχÏŒταν διαρκÏŽς στο νου μου, ρήσεις φιλοσÏŒφων που θαυμάζω. Η σκÎψη μου σταμάτησε στο ΔιογÎνη τον ΚυνικÏŒ που Îζησε πριν 2500 περίπου χρÏŒνια μα παραμÎνει επίκαιρος. Ο Î¯διος, ÏŒπως κι εμείς σήμερα, ζοÏσε σε μια διεφθαρμÎνη κοινωνία ÏŒπου μÎσα απÏŒ την επαναστατική διδασκαλία του, με επιχειρήματα και με το ιδιαίτερο κυνικÏŒ του πνεÏμα προσπαθοÏσε να αλλάξει την ανθρÏŽπινη κοινωνία. Ήταν αυτÏŒς ο φιλÏŒσοφος που κυκλοφοροÏσε την ημÎρα με Îνα αναμμÎνο φανάρι κι ÏŒταν τον ρωτοÏσαν ‘ΔιογÎνη γιατί κρατάς φανάρι την ημÎρα’ αυτÏŒς απαντοÏσε ‘ψάχνω να βρω ανθρÏŽπους’ ,φυσικά εννοοÏσε ανθρÏŽπους Îντιμους, γιατί ÏŒπως Îλεγε, Îβλεπε μÏŒνο ψεÏτες και αχρείους. ΘεωροÏσε ÏŒτι η ειλικρίνεια είναι μία αρετή υψίστης σημασίας.
Ήταν ο ίδιος φιλÏŒσοφος που ÏŒταν ζήτησε ο ΒασιλεÏς ΑλÎξανδρος να τον συναντήσει, τÏŒλμησε να απαντήσει ‘εγÏŽ δεν θÎλω να τον δω ,εάν θÎλει αυτÏŒς ας Îρθει να με δει’ .Πράγματι ο ΑλÎξανδρος πήγε, πλησίασε το φιλÏŒσοφο και του είπε ‘Είμαι ο βασιλεÏς, δε με φοβάσαι’! Ο ΔιογÎνης ατάραχος απάντησε ‘Και εγÏŽ είμαι ο ΔιογÎνης ο ΚÏων ,γιατί να σε φοβηθÏŽ! Τι είσαι… ΚαλÏŒ ή ΚακÏŒ’! Ο ΑλÎξανδρος Îμεινε σκεπτικÏŒς, αντί να απαντήσει τον ρωτά εκ νÎου. Τι θÎλεις να σου προσφÎρω’ .Και ο ΔιογÎνης απάντησε ‘ΑΠΟΣΚΟΤΗΣΟΝ ΜΕ’ δηλαδή, βγάλε με απÏŒ το σκÏŒτος, τη λήθη και δείξε μου την αλήθεια, καθÏŽς οι κυνικοί πίστευαν πως η ευτυχία βρίσκεται στη λιτÏŒτητα, στη ζεστασιά, στο φως του ήλιου και ÏŒχι στα υλικά πλοÏτη. ΜÏŒλις το άκουσε αυτÏŒ ο ΑλÎξανδρος είπε το περίφημο ‘Εάν δεν ήμουν ΑλÎξανδρος θα ήθελα να ήμουν ΔιογÎνης’ . Το ‘αποσκÏŒτησÏŒν με, αυτÏŒ το Îξυπνο λογοπαίγνιο μπορεί να εννοηθεί ως ‘Σταμάτα να μου κρÏβεις τον ήλιο’ Î® ÏŒπως λÎμε σήμερα ‘ΦÏγε απÏŒ μπροστά μου, μου κρÏβεις το φως’ ή ‘Μη μου στερείς αυτÏŒ που δε μπορείς να μου δÏŽσεις’!
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!











