Τα δεδομÎνα που σαπίζουν τη ζωή μας!
Τα πρωινά του Φλεβάρη είναι ακÏŒμη σκοτεινά. Δε μπορÏŽ να διακρίνω σχεδÏŒν τίποτα, παρά μÏŒνο τα θαμπά φÏŽτα του δήμου, που και αυτά στο βάθος του δρÏŒμου μοιάζουν με τρεμουλιασμÎνες φλÏŒγες να κρÎμονται ξεχασμÎνες σε κολÏŒνες, σα να ξεψυχάνε. Γι’ αυτÏŒ, κάθε πρωί άρχισα να περιμÎνω το ξημÎρωμα της φÏσης για να βγω αποφασισμÎνη απÏŒ το ζεστÏŒ πάπλωμά μου, να μαζÎψω με το λαστιχάκι τα μακριά, ξανθά, βαμμÎνα μαλλιά μου, να κάνω δÏο-τρία μεγάλα βήματα για να δω αυτÏŒ που ποθÏŽ απÏŒ κοριτσάκι. ''Τον ÎŒλυμπο'', να θυμηθÏŽ την ευχή του πατÎρα μου, να αναπνεÏσω τον αÎρα της ζωής! Ο δικÏŒς μου ÎŒλυμπος Îχει τεράστιο ÏŒγκο που πλαταίνει, που ψηλÏŽνει, που μοιάζει να φτάνει στους ουρανοÏς ΄ κι άλλες ÏŽρες μαζεÏεται χαμηλά στη γη, λες και το κάνει επίτηδες, για να μου δείξει τον ανθρÏŽπινο πÏŒνο ή την αντίδρασή μου μπροστά στα προβλήματα της ζωής.
Ααα… να!….να και η καλή μου η γειτÏŒνισσα απÏŒ απÎναντι, συγχρονιζÏŒμαστε στο πρωινÏŒ ξÏπνημα, μÏŒνο που αυτή Îπαψε ν’ αναζητά θεοÏς στον ÎŒλυμπο. Κρίμα Μαρίτσα, μουρμοÏρισα. Είχες φτερά αλλά δεν το ήξερες! ΤÏŽρα είναι αργά, ακÏŒμη κι αν θελήσεις να πετάξεις, δÏσκολα θα μπορÎσεις να τ’ ανοίξεις, τα βάρυνες απÏŒ φÏŒβους και ανασφάλεια. Κάθε πρωί, χειμÏŽνα-καλοκαίρι σκουπίζεις την αυλή σου...παρτÎρια…πεζοδρÏŒμια… φτάνεις να καθαρίζεις μÎχρι και το δρÏŒμο. Είσαι ακοÏραστη, σε παραδÎχομαι.
Η Μαρίτσα ζει σ’ Îνα ισÏŒγειο σπίτι που κληρονÏŒμησε απÏŒ την πεθερά της, την εξαιρετική κυρία ΡÏŽμη, σαράντα τετραγωνικά ÏŒλο κι ÏŒλο, με δυÏŒ καμαροÏλες απÏŒ δυÏŒ σταλιÎς η καθεμία, το Λάμπη της και τα δÏο ενήλικα πλÎον κορίτσια τους.
ÎŒταν ήτανε νÎοι ερωτεÏτηκαν. Μετά, πλάθοντας το ρομαντικÏŒ τους παραμÏθι αγαπήθηκαν .Έτσι πήραν την απÏŒφαση , παντρεÏτηκαν και άρχισαν να ζουν στη φωλίτσα τους, με τα παιδάκια τους, τη δουλίτσα τους, το αυτοκινητάκι τους ÏŒλα χάριν της αγάπης τους. Η Μαρίτσα δε γνÏŽρισε κανÎναν άλλον άνδρα στη ζωή της, μα οÏτε και ο Λάμπης την πρÏŒδωσε ποτÎ. Και οι δÏο βρίσκονταν σε νεαρή ηλικία ÏŒταν μαζί πρωτογνÏŽρισαν την τρÎλα του Îρωτα.
ÎŒσες κρίσεις κι αν πÎρασαν, τÏŒσα χρÏŒνια που συμβιÏŽνουν, τις ανÎχτηκαν. Τσακωμοί, αλαλαγμοί, κραυγÎς στον Ïπνο, ανταλλαγÎς ακατονÏŒμαστων λÏŒγων που Îσβηναν με λίγα χάδια και πολÏ σεξ…. και άντε πάλι απÏŒ την αρχή οι δικηγÏŒροι, αιτήσεις διαζυγίου, παραλογισμοί και λοιπά παρατράγουδα…. που ακÏŒμη κι αν κάνανε καιρÏŒ για να μιλήσουν, στο τÎλος πάντα ενÎδιδαν στον συμβιβασμÏŒ. ΑρκοÏσε Îνα ρομαντικÏŒ δείπνο με νÎες υποσχÎσεις παντοτινής αγάπης, Îνα ταξίδι με ή για τα παιδιά τους, ακÏŒμη και γιατί ÏŒχι, η Îσχατη λÏση που ονομάζεται συναισθηματικÏŒς εκβιασμÏŒς φÏŒβου και μοναξιάς. Αυτοί είναι οι τρÏŒποι. Μαθαίνοντας κάπως Îτσι πιστεÏω ÏŒτι συμβαίνει. Δεν παλεÏεται αυτÏŒ το σενάριο!
Ο χρÏŒνος για τη Μαρίτσα και τον Λάμπη στάθηκε σκληρÏŒς και αδυσÏŽπητος. ÎŒλα ÏŒσα κάποτε τους Îκαναν να νοιÏŽσουν Îλξη τα Îστειλαν στον αγÏριστο. Το χειρÏŒτερο που τους συνÎβη είναι ÏŒτι μια ζωή δεν Îδωσαν την ευκαιρία στον εαυτÏŒ τους να ελευθερωθοÏν για να γνωρίσουν τη μεγάλη τους αγάπη. Είχαν τεράστιο θÎμα με τον χωρισμÏŒ. ΚρÏβονταν πίσω απÏŒ τη λÏπηση που Îνοιωθε ο Îνας για τον άλλον.
ΤÏŽρα πια, οÏτως ή άλλως, δεν τους ενδιαφÎρει γιατί το μÏŒνο που φοβοÏνται, είναι ο χρÏŒνος. Δεν τους νοιάζει αν αυτÏŒς ο φαÏλος κÏκλος θα συνεχίσει να υπάρχει, αφοÏ συνήθισαν να ζουν σαν τα φαντάσματα των περασμÎνων εποχÏŽν. Κι αν θÎλουν να βγάλουν συναισθήματα νοσταλγίας , χαράς, λÏπης ή ακÏŒμη και μιζÎριας για να ξεπλÏνουν τα μάτια τους, Îχουν το κουτάκι με τις αναμνήσεις. ΑυτοαποκαλοÏνται νοικοκυραίοι, τιμητÎς και κατακτητÎς της αγάπης. Έτσι θÎλουν να βλÎπουν τη ζωή τους να συνεχίζεται. Μια ζωή ασυνείδητα βασανιστική. ΝοιÏŽθουν εξάρτηση, κι ας ξυπνάνε το πρωί βλÎποντας δίπλα τους μια φιγοÏρα που δε μοιάζει με τον εαυτÏŒ τους ή με αυτήν που κάποτε ερωτεÏτηκαν . Δε θÎλει πολÏ μυαλÏŒ για να καταλάβει κανείς ÏŒτι δεν πρÏŒκειται για το άλλο μισÏŒ τους.
Μην απομυθοποιείτε τÎτοιες αγάπες που λÎνε ÏŒτι αντÎχουν στο χρÏŒνο. Είναι ανελÎητες και τρομακτικÎς. Δεν Îχουν σχÎση με τον καρπÏŒ που παρά ÏŽριμος παραμÎνει γλυκÏŒς και σε κάνει να θÎλεις να τον φας.
Είναι η Μαρίτσα που κατÎληξε να μιλάει μÏŒνο για τα παιδιά της ισχυριζÏŒμενη ÏŒτι γίνεται ''σκÏλα'' και θυσιάζεται γι’ αυτά. Είναι ο Λάμπης που τη μιμείται. Είναι και οι δÏο που ρουφάνε δÏŒσεις απÏŒ τις ζωÎς των άλλων για ν’ αντÎξουν τη δική τους, μιας που η ευτυχία πολÏ σÏντομα γλÏστρισε απ’ τα χÎρια τους. Είμαι εγÏŽ που ζÏŽντας γÏρω μου τÏŒση υποκρισία , φρικάροντας, νοιÏŽθω άθελά μου να ενισχÏεται το ανοσοποιητικÏŒ μου. Είστε εσείς, τα νÎα καθαρά μυαλά που δεν υπακοÏτε σ’ αυτά τα δεδομÎνα ζωής που φÏτεψαν στους εγκÎφαλους της δικής μου γενιάς. Είμαστε ÏŒλοι εμείς που γυρίζουμε την πλάτη μας στον καθωσπρεπισμÏŒ της ηλίθιας στημÎνης κοινωνίας μας!
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!








