«Το ΜονόγÏαμμα» του ΟδυσσÎα ΕλÏτη
Σε ÏŽριμη ηλικία, ο ΟδυσσÎας ΕλÏτης δημιουργεί το ωραιÏŒτερο ερωτικÏŒ ποίημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ο τίτλος του ίσως είναι Îνα γράμμα ή συνδυασμÏŒς γραμμάτων ή ίσως τα αρχικά του ονÏŒματος της μοÏσας του ποιητή ή συνδυασμÏŒς των αρχικÏŽν γραμμάτων των δÏο αγαπημÎνων, που Îζησαν τον Îρωτα και τον ερωτικÏŒ πÏŒνο, το μυστήριο της ζωής και του θανάτου.
ΠρÏŒκειται για μια τραγωδία ÏŒπου σÏμφωνα με την πλοκή, το ερωτευμÎνο ζευγάρι αντιμετωπίζει τις σφοδρÎς αντιρρήσεις των οικογενειÏŽν και παράλληλα την κατακραυγή του κοινωνικοÏ περιβάλλοντÏŒς του, με αποτÎλεσμα η γυναίκα μη μπορÏŽντας ν’ αντÎξει τον περιθωριοποιημÎνο και μη αποδεκτÏŒ Îρωτά της, αυτοκτονεί!
Ο ποιητής χρησιμοποιÏŽντας δεÏτερο πρÏŒσωπο και κυρίως τη φράση «μ’ ακοÏς» κάνει μια ερωτική εξομολÏŒγηση Îστω κι αν Îχει τη βεβαιÏŒτητα ÏŒτι δεν πρÏŒκειται να λάβει απάντηση. Της υπÏŒσχεται ÏŒτι θα πενθεί πάντα-μÏŒνος. Το πÎνθος του για εκείνη θα είναι παντοτινÏŒ! Άλλωστε για τον ίδιο, δεν υπάρχει τÏŒπος – οÏτε καν ο Παράδεισος – που να μπορεί να νιÏŽσει ευτυχία αντίστοιχη με εκείνη που Îζησε μαζί της. Δε φεÏγει απÏŒ το νεκρÏŒ σÏŽμα της αφοÏ δε νιÏŽθει το θάνατο, το τÎλος, γιατί η αγάπη του διαπερνά το χρÏŒνο. Η ψυχή του δεν μπορεί να απομακρυνθεί, δε μπορεί ν’ αφήσει εκεί το άλλο της μισÏŒ. Και Îτσι συνεχίζει να της μιλά για τη δÏναμη της αγάπης του που τÏŒσο αρνητικά και άδικα κρίθηκε απÏŒ τον κÏŒσμο. Γι’ αυτÏŒν, η αγαπημÎνη του θα είναι πάντα το αστεράκι στον ουρανÏŒ και ο ίδιος η βάρκα που θα πλÎει στα σκοτεινά ψάχνοντας τη λάμψη του αστεριοÏ του. ΝιÏŽθει οργή για τον άδικο θάνατÏŒ της, χαρακτηρίζοντας τους ανθρÏŽπους ως τÎρατα που δεν εξημερÏŽθηκαν ακÏŒμη αφοÏ δεν Îφτασαν στο επίπεδο να καταλάβουν την αγάπη. Απολογείται ÏŒτι ο πÏŒνος του είναι τÏŒσο μεγάλος ÏŽστε να τα βάλει ακÏŒμη και με τον ουρανÏŒ, λÎγοντάς της ÏŒτι απÏŒ τη στιγμή που εκείνη πÎθανε δε μπορεί να μείνει τίποτε στη θÎση του!
Είναι νωρίς ακÏŒμη μες στον κÏŒσμο αυτÏŒν, μ’ ακοÏς
Δεν Îχουν εξημερωθεί τα τÎρατα, μ’ ακοÏς
Το χαμÎνο μου αίμα και το μυτερÏŒ, μ’ ακοÏς
Μαχαίρι
Σαν κριάρι που τρÎχει μες στους ουρανοÏς
Και των άστρων τους κλÏŽνους τσακίζει, μ’ ακοÏς
ΕÎ¯μ’ εγÏŽ, μ’ ακοÏς
Σ’ αγαπÏŽ, μ’ ακοÏς
Σε κρατÏŽ και σε πάω και σου φορÏŽ
Το λευκÏŒ νυφικÏŒ της Οφηλίας, μ’ ακοÏς
Σου κρατεί το χÎρι πάνω απ’ τους κατακλυσμοÏς…
Το ποίημα αγγίζει ÏŒλες τις ψυχÎς, μα ιδιαίτερα αυτÎς που Îχουν νιÏŽσει την απÏŽλεια του Îρωτα, την Îλλειψη και τον πÏŒνο της αγάπης που προκαλεί παράλυση. Το «ΜονÏŒγραμμα θεωρήθηκε ως ο «ΩραιÏŒτερος Ïμνος στον Îρωτα» αλλά και ταυτÏŒχρονα «ÎŽμνος στη ζωή» γιατί ζωή είναι ο Îρωτας και θάνατος το τÎλος του. Κατά καιροÏς Îχει απαγγελθεί απÏŒ ηθοποιοÏς, τραγουδιστÎς και μουσικοÏς. Μερικοί απÏŒ τους πιο γνωστοÏς ήταν ο Δημήτρης Χορν, ο Μίκης Θεοδωράκης και η Καρυοφυλλιά ΚαραμπÎτη.
Σ’ αγαπÏŽ, μ’ ακοÏς;
Πως αλλιÏŽς, αφοÏ αγαπιοÏνται οι άνθρωποι
ΠενθÏŽ τα χρÏŒνια που Îρχονται χωρίς εμάς
Και τραγουδÏŽ τ’ άλλα που πÎρασαν, εάν είναι αλήθεια
Τα «πίστεψÎ με» και τα «μη»
Μια στον αÎρα μια στη μουσική,
Εάν αυτά είναι αλήθεια τραγουδÏŽ
ΠενθÏŽ το ροÏχο που άγγιξα και μου ήρθε ο κÏŒσμος
Έτσι μιλÏŽ για σÎνα και για μÎνα..
Επειδή σ ‘αγαπÏŽ και στην αγάπη
ΞÎρω να μπαίνω σαν πανσÎληνος
ΑπÏŒ παντοÏ,
να μαδάω γιασεμιά- κι Îχω τη δÏναμη
ΑποκοιμισμÎνη, να φυσÏŽ να σε πηγαίνω,
Ακουστά σ’ Îχουν τα κÏματα, πως χαÏŠδεÏεις,
Πως φιλάς, πως λες ψιθυριστά το «τι» και το «ε»
Πάντα εμείς το φως και η σκιά
Πάντα εσÏ τα’ αστεράκι και πάντα εγÏŽ το σκοτεινÏŒ πλεοÏμενο,
Πάντα εσÏ το πÎτρινο άγαλμα και πάντα εγÏŽ η σκιά που μεγαλÏŽνει
Το γερτÏŒ παντζοÏρι εσÏ, ο αÎρας που το ανοίγει εγÏŽ
Επειδή σ’ αγαπÏŽ και σ’ αγαπÏŽ..
Αποσπάσματα
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!








