Τα φτεÏά είναι για να πετάς!
Τη μÎρα εκείνη ο ΧÏŒρχε με περίμενε με Îνα παραμÏθι. ÎŒταν μεγάλωσε ο πατÎρας του, του είπε: « Παιδί μου, δε γεννιÏŒμαστε ÏŒλοι με φτερά. Μπορεί να μην είσαι υποχρεωμÎνος να πετάξεις, νομίζω ÏŒμως πως είναι κρίμα να μείνεις μÏŒνο στο περπάτημα αφοÏ Îχεις τα φτερά που ο καλÏŒς θεÏŒς σου Îδωσε».
«Μα δεν ξÎρω να πετάω» απάντησε ο γιος.
«Σωστά..» είπε ο πατÎρας. Και περπατÏŽντας, τον πήγε ως το χείλος του γκρεμοÏ, στο βουνÏŒ.
« ΒλÎπεις γιε μου; Το κενÏŒ. ÎŒταν θελήσεις να πετάξεις, θα Îρθεις εδÏŽ θα πάρεις βαθιά ανάσα, θα πηδήξεις στην άβυσσο και απλÏŽνοντας τα φτερά σου θα πετάξεις».
Ο γιος αμφÎβαλε.
«Κι αν πÎσω;»
«ΑκÏŒμα κι αν πÎσεις, δε θα σκοτωθείς. Οι λίγες γρατζουνιÎς θα σε κάνουν πιο δυνατÏŒ στην επÏŒμενη προσπάθεια» αποκρίθηκε ο πατÎρας.
Το παιδί γÏρισε στο χωριÏŒ να δει τους φίλους του, τις παρÎες του, ÏŒλους εκείνους που είχε συντρÏŒφους στην πορεία της ζωής του.
Οι πιο στενÏŒμυαλοι του είπαν:
« Είσαι τρελÏŒς; Για ποιο λÏŒγο; Ο πατÎρας σου είναι μισÏŒτρελος… Για ποιο λÏŒγο να πετάξεις; Τι σου χρειάζεται; Γιατί δεν αφήνεις τις ανοησίες; Τι νÏŒημα Îχει να πετάξεις;»
Οι καλÏτεροι φίλοι του τον συμβοÏλεψαν:
« Κι αν είναι αλήθεια; Μα σίγουρα δεν είναι επικίνδυνο; Γιατί δεν αρχίζεις σιγά-σιγά; Δοκίμασε να πηδήξεις απÏŒ μια σκάλα ή απÏŒ την κορυφή ενÏŒς δÎντρου. Αλλά απÏŒ τον γκρεμÏŒ, βρε παιδί μου;..» Ο νεαρÏŒς άκουσε τις συμβουλÎς ÏŒσων των αγαποÏσαν. ΑνÎβηκε στην κορυφή του δÎντρου και, με ÏŒλο του το θάρρος, πήδηξε. Άνοιξε τα φτερά του, τα κοÏνησε στον αÎρα με ÏŒλη του τη δÏναμη αλλά, δυστυχÏŽς, Îπεσε στο Îδαφος.
Μ’ Îνα καροÏμπαλο στο κεφάλι συνάντησε τον πατÎρα του.
« Μου είπες ψÎματα! Δεν μπορÏŽ να πετάξω. Το δοκίμασα και κοίτα πως χτÏπησα! Δεν είμαι σαν κι εσÎνα. Τα φτερά μου είναι μÏŒνο για στολίδι.»
«Παιδί μου» είπε ο πατÎρας, «για να πετάξεις, πρÎπει να Îχεις τον απαραίτητο ελεÏθερο χÏŽρο στον αÎρα, ÏŽστε τα φτερά σου να ξεδιπλωθοÏν. Είναι σαν να πÎφτεις με αλεξίπτωτο: χρειάζεσαι κάποιο ελάχιστο Ïψος για να πηδήξεις. Για να πετάξεις πρÎπει ν’ αρχίσεις να ριψοκινδυνεÏεις. Αν δε θÎλεις να το κάνεις, καλÏτερα να συμβιβαστείς και να μείνεις για πάντα στο περπάτημα.»
ΑπÏŒ το βιβλÎ¯ο «Να σου πω μια ιστορÎ¯α» του ΧÏŒρχε Μπουκάι
ΜÎσα απÏŒ την απλÏŒτητα της αφήγησης ο Μπουκάι μας περνάει μηνÏματα αυτοπεποίθησης. Μας προτρÎπει ν’ ανακαλÏψουμε τα φτερά μας και τολμÏŽντας να μάθουμε να πετάμε. ÎŒλοι λατρεÏουμε την ελευθερία, ÏŒλοι με το δικÏŒ μας τρÏŒπο μποροÏμε να την αποκτήσουμε. Το μυστικÏŒ είναι να βγοÏμε απÏŒ την άγνοια κάνοντας αρχικά μικρά πετάγματα δηλαδή νÎες αναζητήσεις δίχως φÏŒβο για το άγνωστο. Μπορεί να πÎσουμε, ÏŒμως, το βÎβαιο είναι ÏŒτι αν πάρουμε το ρίσκο και δε φοβηθοÏμε την αποτυχία, θα ξεφÏγουμε απÏŒ το περιορισμÎνο οπτικÏŒ μας πεδίο και στο τÎλος περήφανοι και δυνατοί, ξεδιπλÏŽνοντας σιγά-σιγά τα φτερά μας δίχως περιορισμοÏς θα μποÏμε στο πεδίο της γνÏŽσης της ζωής.
ΣκÎψου… πριν μιλήσεις!








